dialeto
Εμφάνιση
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- dialeto < (κληρονομημένο) λατινική dialectus (αρσενικό ή θηλυκό γένος) < λατινική dialectos (θηλυκό γένος) < αρχαία ελληνική διάλεκτος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]dialeto (pt) αρσενικό
- (γλωσσολογία) η διάλεκτος